έναρα

ἔναρα, τα (Α)
τα όπλα και κοσμήματα τού σκοτωμένου εχθρού («λιπὼν ἔναρα βροτόεντα», Ησίοδ.)
2. γεν. τα λάφυρα, η λεία τού πολέμου («κλυτῶν ἐνάρων», Σοφ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔναρα — arms and trappings of a slain foe neut nom/voc/acc pl ἔναρος subject to a curse neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάροις — ἔναρα arms and trappings of a slain foe neut dat pl ἔναρος subject to a curse masc/fem/neut dat pl ἐναίρω slay aor opt act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάρων — ἔναρα arms and trappings of a slain foe neut gen pl ἔναρος subject to a curse masc/fem/neut gen pl ἐνά̱ρων , ἐνᾶρόω plough in imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐνά̱ρων , ἐνᾶρόω plough in imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • sen-, sene-, sen(e)u-, senǝ- —     sen , sene , sen(e)u , senǝ     English meaning: to prepare, work on, succeed     Deutsche Übersetzung: “bereiten, ausarbeiten, vollenden, erzielen”     Material: O.Ind. ásanam “I gewann”, sanē ma “wir mögen gewinnen”; sanō ti “gewinnt”,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • εναρηφόρος — ἐναρηφόρος, ον και δωρ. τ. έναραφόρος, ον (Α) αυτός που φέρει έναρα*, λάφυρα, πολεμικά τρόπαια …   Dictionary of Greek

  • εναροκτάντας — ἐναροκτάντας, ο (δωρ. τ. αντί ἐναροκτάντης) (Α) [έναρα + κτείνω] 1. αυτός που σκοτώνει και σκυλεύει 2. ο ανδροφόνος, ο φονεύων άνδρες …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.